βρότος

βρότος, ,
A blood that has run from a wound, gore, in Il. always αἱματόεις, 7.425, al.;

μέλας Od.24.189

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βροτός — βροτός, όν (AM) ως ουσ. θνητός, άνθρωπος (σε αντίθεση με τους αθανάτους ή τον θεό) αρχ. ως επίθ. «βροτός ανήρ» άνθρωπος θνητός και όχι θεός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά ήδη στον Όμηρο (πρβλ. και άμβροτος). Πρόκειται για αιολικό τ. αντί του *βρατός <… …   Dictionary of Greek

  • βρότος — βρότος, ο (Α) πηχτό αίμα που χύθηκε από τραύμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Τύπος που απαντά στον ενικό αριθμό και μαρτυρείται κυρίως στον Όμηρο. Θεωρείται αιολ. τ. αντί του *βρατός (με αλλαγή στον φωνηεντισμό και στον τόνο, πρβλ. στρα τός, αιολ. στρο τός).… …   Dictionary of Greek

  • βροτός — mortal man masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρότος — blood that has run from a wound masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτοῖν — βροτός mortal man masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτοῖς — βροτός mortal man masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτοῖσι — βροτός mortal man masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτοῖσιν — βροτός mortal man masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτούς — βροτός mortal man masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτέ — βροτός mortal man masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτῶν — βροτός mortal man masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.